Θέσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Ι. Αδύναμες  πολιτικές ηγεσίες, αμοράλ φιλοδοξίες, συνθήκες φτώχειας.

Οι πολιτικές ηγεσίες που κυβέρνησαν τη χώρα, κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια 1974 – 2024, αδύναμες να διαμορφώσουν βιώσιμες και ισχυρές εθνικές πολιτικές για να πραγματώσουν το μείζον αίτημα της ελληνικής κοινωνίας για ανάπτυξη, σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με το ευρωπαϊκό, ανάπτυξη και ελεύθερη επιχειρηματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, κράτος πρόνοιας – welfare state, με δομικές και διαρθρωτικές αλλαγές, προσέφυγαν στην πολιτική των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της διεύρυνσης του δημοσίου χρέους. Έτσι αναπτύχθηκε μια άμετρη και πολλές φορές αμοράλ φιλοδοξία τμήματος της νέας μεταπολεμικής γενιάς, η οποία προκειμένου να αυξήσει το μερίδιο συμμετοχής της στον παραγόμενο πλούτο, δεν δίστασε ακόμη και να μεταφέρει δημοσιονομικά βάρη, μέσω δανεισμού, στις επερχόμενες γενιές, οι οποίες καλούνται τώρα να αποπληρώσουν τον δανεισμό αυτό.

Στην κορύφωση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, η Ελλάδα έχει υποστεί τη μεγαλύτερη μεταπολεμικά μείωση του εθνικού εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου του λαού της. Μέσα σε πέντε χρόνια 2009-2013 αφαιρέθηκε επίσημο εισόδημα από τη χώρα μας της τάξης των 55 δις ευρώ περίπου. Και παρά τις επώδυνες, αιματηρές αυτές θυσίες, η θέση της χώρας συνεχίζει να διαγράφεται περισσότερο αβέβαιη παρά ποτέ. Οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι υπερβαίνουν το 1/3 του ενεργού πληθυσμού. Εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, Έλληνες και Ελληνίδες έχουν χάσει τη δουλειά τους, τα μέσα διαβίωσής τους, ενώ ακόμη κινδυνεύουν να χάσουν και τα σπίτια τους. Πάνω από 900.000 οικογένειες ή 2,5 εκατομμύρια ανδρών και γυναικών, βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, δηλαδή διαθέτουν εισόδημα κάτω από 5,700 ευρώ το χρόνο για ένα μονομελές νοικοκυριό και κάτω από 11,900 ευρώ για ένα τετραμελές νοικοκυριό. Το χάσμα της φτώχειας, ως μέτρο μέτρησης των τραγικών συνθηκών που ζουν σήμερα χιλιάδες ελληνικές οικογένειες, δείχνει ότι το 50% των φτωχών έχει εισόδημα κάτω από 4.000 ευρώ το χρόνο. 3,8 εκατομμύρια Έλληνες και Ελληνίδες βρίσκονται είτε σε κίνδυνο φτώχειας είτε σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού και ζουν με υλικές στερήσεις ή διαβιούν σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας.  Πάνω από 1 εκατομμύριο οικογένειες δεν έχουν κανένα μέλος που να έχει θέση εργασίας και όταν έχουν εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες συνολικά το χρόνο.

 

ΙΙ. Λειτουργία μιας χώρας σε έναν υπερεθνικό οργανισμό.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι στον σύγχρονο κόσμο, και ιδιαίτερα στον κόσμο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καμιά πολιτικά ανεξάρτητη χώρα δεν διατηρεί απόλυτη κυριαρχία επί όλων των οργάνων άσκησης των διαφόρων πολιτικών που έχουν εκχωρηθεί οικιοθελώς και κυρίως των πολιτικών άσκησης οικονομικής πολιτικής. Σημαντικές δεσμεύσεις για την άσκηση απόλυτης κυριαρχίας προκύπτουν ήδη από τις διεθνείς συμβάσεις που η χώρα έχει συνυπογράψει. Και η κοινή πείρα διδάσκει ότι στην περίπτωση μικρών και σχετικά λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, όπως η Ελλάδα, ο βαθμός δεσμευτικότητας των συμβατικών υποχρεώσεων τείνει να είναι μεγαλύτερος, αφού ελλείπει η ισχύς που συχνά υποκαθιστά το συμβατικό δικαίωμα ή υπερακοντίζει τη συμβατική υποχρέωση. Αλλά και η άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, που δεν υπόκεινται επίσημα σε διεθνείς ή διμερείς συμβατικές δεσμεύσεις, στην πράξη δεσμεύεται λόγω της επιρροής των ισχυρών.

Εδώ πολλοί υψώνουν κραυγές περί «εθνικής κυριαρχίας», ακόμη μιλούν για «μη αποδοχή του χρέους», «να κατακεραυνώσουμε τους διεθνείς τοκογλύφους», «να προχωρήσουμε σε επαναδιαπραγμάτευση με την τρόικα» και «να τους εξαναγκάσουμε να δεχθούν το κράτος τέρας που έχουμε δημιουργήσει, να συνεχίσουν να μας δανείζουν». Ενώπιον αυτών των κραυγών, ένα ερώτημα κυριαρχεί: Υπάρχει, όμως, άλλος δρόμος; Μπορούμε να μην τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας επικαλούμενοι την προσφιλή μας φράση περί εθνικής ιδιαιτερότητας;

Απάντηση σ’ αυτό είναι μία ισχυρή εθνική διαπραγμάτευση, η οποία να προσδιορίζει, κάθε φορά, την εθνική θέση ανάλογα με τα σχέδια προτάσεων που κατατίθενται για λήψη απόφασης. Και πρέπει να τονιστεί ότι στα διεθνή υπερεθνικά όργανα και οργανισμούς ισχύει η αρχή της επιδίωξης της συμβιβαστικής επίλυσης. Δηλαδή, οι όποιες αποφάσεις λαμβάνονται να είναι προϊόν συμβιβασμού των επί μέρους εθνικών θέσεων και όχι επιβολής μιας εθνικής θέσης πάνω σε άλλη.

 

ΙΙΙ. Η νέα θεσμική πραγματικότητα εντός του ευρώ.

Κατ’ αρχήν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ δεν υπάρχει πρόβλεψη για έξοδο από το ευρώ. Μετά την ανταλλαγή του εθνικού νομίσματος με το ευρώ η δυνατότητα αναστροφής δεν είναι εφικτή και προβλεπόμενη. Η όποια μονομερής ενέργεια θα είναι καταστροφική, θα οδηγήσει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Συναλλαγματικά ισοδύναμα δεν υπάρχουν, οι εξαγωγές υπολείπονται κατά πολύ των εισαγωγών και μένουν μόνο οι αβέβαιοι άδηλοι πόροι να στηρίζουν την όποια ισοσκέλιση στο ισοζύγιο πληρωμών. Δεν αρκούν. Ακόμη, οι αποφάσεις για την «ελεγχόμενη πτώχευση» της χώρας μας, το PSI, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και το μνημόνιο εφαρμοστικών μέτρων οικονομικής και χρηματοδοτικής πολιτικής έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Αποτελούν μία νέα πολιτική, οικονομική και κοινωνική «θεσμική πράξη». Έπεται η διαφαινόμενη εγγύηση, στο επίπεδο Ευρωζώνης, της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους,

Η μόνη πρόβλεψη που υπάρχει στη Συνθήκη Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, είναι η διαδικασία οικειοθελούς αποχωρήσεως του άρθρου 50 της Συνθήκης για την Ε.Ε. Και αυτή πάλι μετά από διαπραγματεύσεις και πάροδο μιας άγνωστης περιόδου. Εμπειρία δεν υπάρχει. Ακόμη κι αν μια χώρα προχωρήσει στο μονομερές αυτό τόλμημα, οι διαπραγματεύσεις για το νόμισμα, στο οποίο θα πληρωθεί το χρέος, είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε κατάρρευση κάθε διαπραγματευτικής ισχύος.

Ακόμη, αυτό που προβλέπεται σήμερα στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην περίπτωση διαπίστωσης αποκλίσεων από τους ονομαστικούς στόχους που θέτει η Συνθήκη για την οικονομική και νομισματική ένωση, είναι η διαδικασία περί υπερβολικού ελλείμματος και ειδικότερα, η σύσταση του άρθρου 126 προς τα κράτη μέλη να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. Η σύσταση αυτή, λόγω του υφεσιακού κύκλου που πλήττει την ευρωζώνη, δεν ακολουθείται από καμία σχεδόν χώρα. Οι μεγάλες αποκλίσεις του ύψους του δημοσίου χρέους της κάθε χώρας, και η αδυναμία ορισμένων χωρών να δανειστούν από τις διεθνείς χρηματαγορές, οδήγησαν σε υιοθέτηση μέτρων λιτότητας, ακόμη και στην υπογραφή συνθήκης δημιουργίας του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου (ESM), κατά το πρότυπο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, υπό τον τίτλο «Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητος».

Από την άλλη πλευρά η αρχή της no – bailout clause έχει αποτρέψει, μέχρι σήμερα, την υιοθέτηση του ευρωομολόγου, γνωστό ως «ομόλογο σταθερότητος – stability bond», όπως το ονομάζει σε έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η αρχή αυτή που περιλαμβάνεται στις Συνθήκες και δηλώνει ότι «κανένα κράτος μέλος της ευρωζώνης δεν μπορεί να υποχρεωθεί να σταθεί αλληλέγγυο για το χρέος ενός άλλου κράτους», έχει, προς το παρόν, ακυρώσει κάθε προσπάθεια για έμπρακτη αλληλεγγύη και στήριξη των χωρών με δημοσιονομικό πρόβλημα στην ομαλή δανειοδότησή τους, προκειμένου να στηριχθούν δυναμικές αναπτυξιακές και άλλες εθνικές ή κοινοτικές πολιτικές. Οι όποιες προσπάθειες για άρση του εμποδίου προσκρούουν, ακόμη, στην μέχρι σήμερα επίσημη θέση της Κοινότητας που δεν αφήνει κανένα περιθώριο: η ρήτρα αυτή των συνθηκών ισχύει και δεν προβλέπεται καμία παρέκκλιση. 

Η προσφυγή στην αρχή της κοινοτικής αλληλεγγύης που προβλέπεται στο άρθρο 122 της Συνθήκης και σύμφωνα με την οποία «όταν ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε φυσικές καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, το Συμβούλιο, προτάσσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να του χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους, χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης», αποτελεί και το ισχυρό πλαίσιο νομικής βάσης για υπέρβαση της no bail out clause. Ήταν και το πρώτο στήριγμα στη βοήθεια που χορηγήθηκε στη χώρα μας το 2010, με άμεσο δανεισμό από τα κράτη μέλη της ευρωζώνης.

 

  1. IV. Οι δεσμεύσεις στο περιβάλλον της ευρωζώνης.

Στην ευρωζώνη το περιβάλλον είναι πλήρως δεσμευτικό και η ενισχυμένη δημοσιονομική εποπτεία δεν αφήνει πολλά περιθώρια εθνικής διαφορετικότητος. Υπάρχουν κρίσιμες δεσμεύσεις όπως:

  • Η θέσπιση κανόνων σχετικά με την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού, σε διαρθρωτικούς όρους, που να ενσωματώνουν τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης στην εθνική νομοθεσία, κατά προτίμηση σε συνταγματικό ή ισοδύναμο επίπεδο.
  • Η ενίσχυση του εθνικού δημοσιονομικού πλαισίου, πέραν της οδηγίας σχετικά με τις απαιτήσεις ότι οι εθνικοί προϋπολογισμοί. θα πρέπει να βασίζονται σε ανεξάρτητες προβλέψεις ανάπτυξης.
  • Η πρόσκληση προς τα εθνικά κοινοβούλια να δεσμευθούν ότι λαμβάνουν υπόψη τις συστάσεις που εκδίδονται σε επίπεδο ΕΕ σχετικά με την εφαρμογή των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών.
  • Η διαβούλευση με την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, πριν από την έγκριση οποιωνδήποτε σημαντικών προγραμμάτων, για τη μεταρρύθμιση των δημοσιονομικών ή οικονομικών πολιτικών με ενδεχόμενες δευτερογενείς επιπτώσεις, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να εκτιμήσουν τον όποιο αντίκτυπο στο σύνολο της ζώνης του ευρώ.
  • Η δέσμευση για αυστηρή τήρηση των συστάσεων της Επιτροπής και του οικείου Επιτρόπου όσον αφορά την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Περαιτέρω, και για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ στα οποία εφαρμόζεται διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, έχει συμφωνηθεί και προβλέπεται στενότερη παρακολούθηση και επιβολή της κοινοτικής νομοθεσίας με τους εξής τρόπους:

  • Η Επιτροπή και το Συμβούλιο μπορούν να εξετάζουν τα σχέδια εθνικών προϋπολογισμών και μέτρα για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών και να γνωμοδοτούν επαυτών, πριν από την έγκρισή τους από τα αντίστοιχα εθνικά κοινοβούλια.
  • Η Επιτροπή παρακολουθεί την εκτέλεση των προϋπολογισμών και, εάν απαιτείται, προτείνει τροποποιήσεις κατά τη διάρκεια του έτους.
  • Στην περίπτωση αποκλίσεων κατά την εφαρμογή προγράμματος προσαρμογής, εφαρμόζεται στενότερη παρακολούθηση και συντονισμός της εφαρμογής του.

 

  1. V. Έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης.

Πέντε χρόνια μετά την έναρξη της δημοσιονομικής και τραπεζικής κρίσης, διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα παρουσιάζει έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Παρά το ότι έχει υποστεί τη μεγαλύτερη μεταπολεμικά μείωση του εθνικού εισοδήματος, τα κέρδη της οικονομικής ανάπτυξης των τριών καλύτερων δεκαετιών 1980 – 2008, έχουν μεταφερθεί στο 10% των πλουσιότερων οικογενειών, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το κενό της οικονομικής ανισότητας.

Παράλληλα, στο ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί μη συμβατικό μέτρο η επιβεβλημένη ένταξη της πολιτικής καταπολέμησης της ανεργίας στην μακρο-οικονομική πολιτική. Στην κατεύθυνση αυτή επιβάλλεται:

(α) εγκαθίδρυση της στρατηγικής ισομερούς ανάπτυξης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και,

(β) η προσθήκη στα τρία κριτήρια του Μάαστριχτ (χρέος, ελλείμματα, πληθωρισμός) τέταρτου κριτηρίου που θα αναφέρεται στο επίπεδο της απασχόλησης ή της ανεργίας, ως αναγκαίο μέτρο ουσιαστικής και αποτελεσματικής αντιμετώπισης της ανεργίας στην Ευρώπη και στα κράτη μέλη.

Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και των Ελληνίδων ανησυχούν σοβαρά για την εργασιακή σταδιοδρομία των παιδιών τους και για το αν θα μπορέσουν να διασφαλίσουν το βιοτικό επίπεδο που οι ίδιοι γνώρισαν τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Οι Θεσμοί, οι πολιτικές και οι κυβερνητικές πρακτικές όπως έχουν επιβληθεί μονομερώς σήμερα, δεν αντιπροσωπεύουν μια κοινωνία δικαιοσύνης ούτε υπηρετούν τις ανάγκες των εργαζομένων οικογενειών και της κοινωνίας στο σύνολό της.

 

  1. VI. Εθνική δημοσιονομική πολιτική (ΕΔΠ).

Η χαρτογράφηση της νέας εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής (ΕΔΠ), του νέου κοινωνικού συμβολαίου (ΝΚΣ), με δεδομένη τη νομισματική σταθερότητα που παρέχει το ευρώ, πρέπει να περιλαμβάνει ως κύριους στόχους την δικαιότερη κατανομή του εθνικού πλούτου και την κατοχύρωση της αποτελεσματικότητας της προσπάθειας οικονομικής ανάπτυξης. Για την πραγμάτωση των στόχων αυτών, είναι περισσότερο από αναγκαία η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη συμπίεση των καταναλωτικών δημοσίων δαπανών, οι οποίες ανταγωνίζονται τις παραγωγικές επενδύσεις όχι μόνον του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού τομέα. Και αυτό γιατί οι αρχές της «λειτουργικής» δημοσιονομικής πολιτικής, δηλαδή της χρηματοδότησης δημοσίων δαπανών μέσω ελλειμματικών προϋπολογισμών, σε περιόδους ύφεσης, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη σημερινή φάση της ελληνικής οικονομίας όπου κυριαρχούν η αποβιομηχάνιση, η παρακμή της γεωργικής παραγωγής και η υπερανάπτυξη των υπηρεσιών σε συνδυασμό με τη χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα.

Η όποια βελτίωση της διαρθρωτικής υποαπασχόλησης και των χαμηλών εισοδημάτων, δεν επιτυγχάνεται μέσω της ελλειματικώς χρηματοδοτούμενης αύξησης των καταναλωτικών δημοσίων δαπανών. Επιτυγχάνεται μόνον μέσα από την αύξηση του εθνικού πλούτου, δηλαδή της οικονομικής ανάπτυξης και μεγέθυνσης. Και στον τομέα αυτό οι αποταμιεύσεις, που σήμερα έχουν διαφύγει στο εξωτερικό, αποτελούν στρατηγικής φύσεως μέγεθος για την χρηματοδότηση της ανάπτυξης και πρέπει να επιστρέψουν πίσω. Στο πλαίσιο αυτό η ισοσκέλιση του τακτικού κρατικού προϋπολογισμού με προσπάθεια δημιουργίας μεγαλυτέρων πλεονασμάτων προς χρηματοδότηση του προϋπολογισμού επενδύσεων είναι το πρώτο βήμα. Στο δεύτερο επίπεδο ευρίσκεται η ταχεία και αποτελεσματική δημιουργία της αναγκαίας για την οικονομική ανάπτυξη «υποδομής» η οποία, κατά τον Ξ. Ζολώτα, «δέον να νοηθεί ως περιλαμβάνουσα και ορισμένους στρατηγικής φύσεως τομείς, ως της εκπαιδεύσεως και οργανώσεως», δηλαδή και της επαγγελματικής και τεχνικής εκπαίδευσης καθώς και της αναδιοργάνωση όλων των κρατικών υπηρεσιών.

Η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΟΠ) καθιστά αναγκαία και επιβεβλημένη τη θεσμοθέτηση ενός Υπουργείου Προϋπολογισμού με ισχυρό και ευρύτερα αποδεκτό, Υπουργό Προϋπολογισμού, μέσα και έξω από την Κυβέρνηση. Έναν Υπουργό που θα είναι «πρώτος τη τάξη» στη νέα Κυβέρνηση και θα έχει άγνοια κινδύνου σε σχέση με το «πολιτικό κόστος». Αυτό, γιατί μόνον ένας ισχυρός Υπουργός Προϋπολογισμού μπορεί να τιθασεύσει τη λερναία Ύδρα των δημοσίων δαπανών και να κλείσει τη μαύρη τρύπα της φοροδιαφυγής και του ανεξέλεγκτου και αφορολόγητου προσωπικού πλούτου. Και δεν νοείται καταπολέμηση της φοροδιαφυγής χωρίς  υιοθέτηση σκληρών μέτρων για την αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και τη δραστική μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ο ανεξέλεγκτος αφορολόγητος προσωπικός πλούτος είναι πρόκληση.

Ειδικότερα για τη θεσμοθέτηση ενός ισχυρού Υπουργείου Προϋπολογισμού, υπάρχουν δύο σημαντικές συγκλίσεις: Πρώτον, στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, δηλαδή στην αύξηση των εσόδων χωρίς την επιβολή νέων φόρων και δεύτερον, στην μείωση των υπερτροφικών δημοσίων δαπανών καταπολεμώντας τη σπατάλη και τη διαφθορά του δημοσίου τομέα.

 

VII. Τα ομόλογα σταθερότητος (stability bonds).

Τα Ομόλογα Σταθερότητας είναι το όπλο της ευρωζώνης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων χρηματοδότησης των χωρών με πρόβλημα χρέους και προορίζονται για την καθημερινή χρηματοδότηση της γενικής κυβέρνησης της ζώνης του ευρώ μέσω της από κοινού έκδοσης. Η προοπτική των Ομολόγων Σταθερότητας μπορεί δυνητικά να αμβλύνει την τρέχουσα κρίση δημοσίου χρέους, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη υψηλής απόδοσης θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την ισχυρότερη πιστοληπτική ικανότητα των κρατών μελών χαμηλής απόδοσης.

Μετά τους μηχανισμούς σταθερότητος που εφευρέθηκαν την ύστατη ώρα ως όπλο αντίστασης της ευρωζώνης στην πίεση των διεθνών χρηματαγορών, το νέο εργαλείο που βρίσκεται στο στάδιο του σχεδιασμού είναι τα ομόλογα σταθερότητος ή  stability bonds. Πρόκειται ουσιαστικά για τα ευρωομόλογα, η έκδοση των οποίων θα είναι πολύ μεγαλύτερη και πιο συνεχής σε σχέση με τις υφιστάμενες μορφές ομολόγων εθνικής ή από κοινού έκδοσης. Αναμένεται ότι η κατανομή των ροών εσόδων και των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους που συνδέονται με τα Ομόλογα Σταθερότητας, θα αντανακλά τα αντίστοιχα μερίδια έκδοσης των κρατών μελών. Ανάλογα με την επιλεγείσα προσέγγιση, όσον αφορά την έκδοση Ομολόγων Σταθερότητας, τα κράτη μέλη θα μπορούν να αποδέχονται από κοινού και εις ολόκληρον την ευθύνη για το σύνολο ή μέρος των συναφών δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη ομαδοποίηση του πιστωτικού κινδύνου.

Πολλές από τις επιπτώσεις των Ομολόγων Σταθερότητας υπερβαίνουν κατά πολύ την τεχνική πλευρά και θίγουν ζητήματα που σχετίζονται με την εθνική κυριαρχία και την διαδικασία της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης. Στα εν λόγω ζητήματα συμπεριλαμβάνεται ο ενισχυμένος συντονισμός της οικονομικής πολιτικής και διακυβέρνησης, ο υψηλότερος βαθμός οικονομικής σύγκλισης, καθώς και, υπό ορισμένες εναλλακτικές επιλογές, η ανάγκη για τροποποιήσεις των Συνθηκών. Όσο περισσότερο ομαδοποιηθεί ο πιστωτικός κίνδυνος μεταξύ των χωρών, τόσο χαμηλότερη θα είναι η μεταβλητότητα αλλά και η πειθαρχία της αγοράς σε κάθε χώρα χωριστά.

Είναι συμβατή με την υπάρχουσα Συνθήκη η έκδοση Ομολόγων Σταθερότητας με εις ολόκληρον αλλά όχι από κοινού εγγυήσεις; Η απάντηση είναι θετική αφού, για παράδειγμα, η ουσιαστική αύξηση του εγκεκριμένου όγκου δανειοδότησης του ΕΜΣ και η αλλαγή των όρων δανειοδότησης με στόχο να επιτραπεί η περαιτέρω δανειοδότηση των δανεισθέντων από τις αγορές ποσών σε όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, μπορεί να διαμορφωθεί με τρόπο συμβατό προς το άρθρο 125 της ΣΛΕΕ, υπό τον όρο ότι η κατ’ αναλογία κλείδα κατανομής που συνδέεται με τον ΕΜΣ να παραμείνει αμετάβλητη. Η ίδια λογική θα εφαρμόζεται και στις εκδόσεις του ενδεχόμενου γραφείου διαχείρισης του κοινού χρέους, του οποίου οι υποχρεώσεις θα παραμείνουν περιορισμένες σε αυστηρά αναλογική βάση.

Μόνη διέξοδος για την έκδοση ευρωομολόγου, απομένει είτε η τροποποίηση των συνθηκών είτε μία ομόφωνη απόφαση στο επίπεδο Συνόδου Κορυφής με σαφώς οριοθετημένο πλαίσιο αναφοράς, υλοποίησης και σκοπού. Ωστόσο, η έκδοση Ομολόγων Σταθερότητας με εις ολόκληρον αλλά όχι από κοινού εγγυήσεις, θα ήταν δυνατή ακόμη και στο πλαίσιο των διατάξεων της υπάρχουσας Συνθήκης και ειδικότερα του άρθρου 125 της ΣΛΕΕ.

 

VIII. Το μοντέλο Ζολώτα οδηγός για έξοδο από την κρίση σήμερα.

Στο πλαίσιο αυτό προτείνονται τρία μέσα άμεσης πολιτικής εφαρμογής.

Ζήτημα πρώτον, πιστωτική πολιτική:

  • Διεύρυνση πιστοδοτήσεως της οικονομίας, προς τη βιομηχανία και τη βιοτεχνία για επενδύσεις, αύξηση των πιστώσεων προς το εξαγωγικό εμπόριο. Η διεύρυνση αυτή πρέπει να είναι σε επίπεδα που να συμβάλλει ουσιαστικά στην αναθέρμανση της οικονομίας.
  • Χρηματοδότηση της γεωργικής παραγωγής.
  • Διεύρυνση των ορίων χρηματοδότησης του εμπορίου, της βιομηχανίας και της βιοτεχνίας για κεφάλαια κίνησης.
  • Λήψη μέτρων για την ενεργοποίηση πολλών στεγαστικών δανείων που η χορήγησή τους έχει παγώσει και άνοιγμα στην παροχή νέων στεγαστικών δανείων.

Ζήτημα δεύτερον, δημοσιονομική πολιτική, κρατικός προϋπολογισμός:

  • Με δεδομένη τη νέα νομοθεσία της ευρωζώνης και τα μέτρα που συμπεριλαμβάνονται στο πακέτο των δύο κανονισμών του Μαΐου 2013 περί ενισχυμένης δημοσιονομικής εποπτείας, το μέτρο του ελλειμματικού προϋπολογισμού είναι απαγορευτικό. Κατά συνέπεια πολιτικές ελλειμματικών προϋπολογισμών που βοηθούν σημαντικά την αναθέρμανση και επανεκκίνηση της οικονομίας, αποκλείονται.
  • Ως απόρροια μιας συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής περιορισμού των ελλειμμάτων, αύξησης των φόρων και επιβολής εισπρακτικών μέτρων, έχουμε την ύφεση και τη μείωση του παραγόμενου πλούτου αφού έτσι μειώνεται η συνολική ενεργός ζήτηση.
  • Απάντηση σ’ αυτά τα αδιέξοδα και την ανάγκη τήρησης των περιορισμών περί ισοσκελισμένων και πλεονασματικών προϋπολογισμών, είναι ο χωρισμός του κρατικού προϋπολογισμού σε τρεις: (α) στον τακτικό προϋπολογισμό που πρέπει να είναι ισοσκελισμένος ή πλεονασματικός, (β) στον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων, ο οποίος μπορεί να είναι ελλειμματικός και να χρηματοδοτείται με ειδική πολιτική δανεισμού από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και, (γ) στο λογαριασμό καταναλωτικών αγαθών που είναι κατά βάση και πολιτική ελλειμματικός αλλά μπορεί να επιτρέπεται η χρηματοδότησή του με ειδικές αναπτυξιακές ρήτρες. Οι δύο τελευταίοι προϋπολογισμοί μπορούν να γίνουν και το εργαλείο αναθέρμανσης της οικονομίας. Ιδιαίτερα ο λογαριασμός καταναλωτικών αγαθών που αφορά τις επιδοτήσεις και τη στήριξη του αγροτικού τομέα, θα πρέπει να ενεργοποιείται αποφασιστικά πόσο μάλλον όταν υπάρχουν και τα ειδικά ταμεία γεωργικής πολιτικής της Ε.Ε.
  • Η βιώσιμη ισοσκέλιση του προϋπολογισμού δηλαδή εσόδων – πρωτογενών δαπανών, χωρίς τη δαπάνη τόκων επί του χρέους της χώρας, και η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 4% – 5% του ΑΕΠ, είναι η μεγίστη των προκλήσεων για να μπορέσει η χώρα να επιβιώσει στο υφιστάμενο αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο της ευρωζώνης. Πρέπει να αποδείξουμε ότι μέχρι το 2022 μπορούμε να επιτύχουμε, τουλάχιστον, ότι το δημόσιο χρέος θα είναι βιώσιμο και θα φθάσει κοντά στο 120% του ΑΕΠ.

Ζήτημα τρίτον, εισοδηματική πολιτική:

  • Επειδή η ύφεση μπορεί να οφείλεται σε ανεπάρκεια της ενεργού ζητήσεως, δεν πρέπει να πληγούν τα εισοδήματα των λαϊκών τάξεων.
  • Από την άποψη αυτή είναι σημαντική η στήριξη των εισοδημάτων των λαϊκών τάξεων, των εργατικών, των υπαλληλικών, των αγροτικών και από την άποψη της στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.
  • Όχι μόνον κοινωνικοί αλλά και οικονομικοί λόγοι συνηγορούν στη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης του εργατικού εισοδήματος, γιατί αν μειώνονται τα πραγματικά εισοδήματα των εργατοϋπαλλήλων, μειώνεται και η ενεργός ζήτηση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τελικά μειώνεται και η παραγωγή.

 

  1. IX. Ανάπτυξη και Απασχόληση οι νέες προκλήσεις.

Οι δυσμενείς και σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα, καθώς και σε άλλα κράτη μέλη της ευρωζώνης, αποδεικνύουν ότι η ύφεση και η ανεργία στη χώρα μας σήμερα, δεν αποτελούν παράπλευρες απώλειες της οικονομικής και νομισματικής κρίσης. Αντίθετα, συνιστούν αναμενόμενα αρνητικά χαρακτηριστικά των ασκούμενων πολιτικών, οι οποίες ουσιαστικά μεταφέρουν τους πόρους της οικονομίας στο έλλειμμα και το χρέος. Το αποτέλεσμα συνίσταται στην στέρηση της ελληνικής οικονομίας από πόρους για επενδύσεις, ανάπτυξη και απασχόληση.

Παράλληλα, οι πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης είχαν καταστροφικές συνέπειες σε όλες τους δείκτες της ελληνικής οικονομίας. Ιδιαίτερα η πτώση των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στα επίπεδα του 1994, δημιούργησαν ανησυχητικές συνθήκες αποεπένδυσης, με την έννοια της απώλειας σημαντικού τμήματος του παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας. Στο επίπεδο αυτό, οι πολιτικές της τρόικας οδηγούν τη χώρα μας σε παρόμοιες συνθήκες κατάρρευσης με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, των κεντρικά σχεδιαζόμενων οικονομιών.

Οι εξελίξεις αυτές σημαίνουν, μεταξύ των άλλων, ότι η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης δεν αποτελεί μόνο ένα μείγμα πολιτικής ανεπιτυχούς διαχείρισης της κρίσης, αλλά επιπλέον αποτελεί μια συγκροτημένη πολιτική μετάβασης από το υπόδειγμα της άνισης ανάπτυξης στο υπόδειγμα ενσωμάτωσης της ελληνικής οικονομίας στην περιφέρεια των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρώπης, ως φτωχός εταίρος με χαμηλούς μισθούς και βιοτικό επίπεδο. Και αυτό μέσα από ένα βίαιο οικονομικό μετασχηματισμό, όπως παρατηρήθηκε στην Πολωνία, Ρωσία, Ρουμανία, Βουλγαρία. Και υπάρχει διάχυτη η εντύπωση στο λαό μας, ότι μας οδηγούν σε συνθήκες ακραίας φτωχοποίησης γιατί ο στόχος τους είναι να εκμεταλλευτούν για λογαριασμό τους, κλαδικούς τομείς – φιλέτα, όπως η ενέργεια-υδρογονάνθρακες, οι υποδομές-κατασκευές, οι Τράπεζες, ο πρωτογενής τομέας-τρόφιμα-ποτά, ο τουρισμός, τα Ακίνητα. Για μας, όμως, όσο αποδιαρθρώνεται και απαξιώνεται το παραγωγικό και τεχνολογικό υπόβαθρο της ελληνικής οικονομίας, τόσο θα σπανίζει η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η παραγωγική δυνατότητα ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Εκτίμησή μας είναι ότι το πρόβλημα της απασχόλησης θα είναι καθοριστικό στις επόμενες δύο δεκαετίες τόσο από την πλευρά της αποτελεσματικής καταπολέμησης της ανεργίας, όσο και από την πλευρά των επενδύσεων και της ανάπτυξης για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι η ανάπτυξη και η απασχόληση αποτελούν τις νέες προκλήσεις του μέλλοντος. Από την άποψη αυτή η ελληνική οικονομία δεν θα επιστρέψει σε διαρκή ανάπτυξη εάν δεν ρυθμίσει την αγορά εργασίας και δεν διαμορφώσει το επίπεδο των μισθών μέσω ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

 

  1. X. Επανατοποθέτηση του ελληνικού προβλήματος.

Το ειδικό ελληνικό πρόβλημα συνίσταται στο γεγονός ότι η χώρα μας δεν μπορεί πλέον να επιβιώσει με τα μέτρα που επιβάλλουν τα Μνημόνια  και οι δανειακές συμβάσεις. Δεν μπορεί να επιβιώσει με ένα πρόγραμμα που έχουν επιβάλλει οι δανειστές και στοχεύει στο βίαιο μετασχηματισμό του αναπτυξιακού μοντέλου που είχε η χώρα μας μέχρι το 2008. Ένα μοντέλο προϊόν της άνισης ανάπτυξης Βορρά – Νότου, των ελλειμμάτων και του χρέους. Αυτό, όμως, που συνιστά και το μέγιστο κίνδυνο για την επιβίωση του έθνους μας, την εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία, είναι η στόχευση διεθνών θεσμών και οικονομικών οργανισμών για διείσδυση στην ελληνική οικονομία με Δούρειο Ίππο το τραπεζικό σύστημα. Σε πρώτη φάση διεθνή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα funds, συμμετέχουν στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών καθώς και με αγορά μετοχών στο χρηματιστήριο. Στη συνέχεια, μέσα από τις τράπεζες που αγοράζουν, γίνονται μέτοχοι στις επιχειρήσεις που έχουν πάρει δάνεια και δεν μπορούν να τα αποπληρώσουν. Οι κλάδοι που έχουν επιλέξει, φαίνονται στο ταμπλό του χρηματιστηρίου και είναι η ενέργεια – υδρογονάνθρακες, κατασκευές – οικοδομές, ο πρωτογενής τομέας, οι τράπεζες, τα τρόφιμα – ποτά και η φαρμακοβιομηχανία. Οι κλάδοι αυτοί είναι και οι πλέον κρίσιμοι κλάδοι αιχμής, γιατί εάν θέλουμε να εκπονήσουμε ένα σχέδιο εθνικής οικονομικής – παραγωγικής ανασυγκρότησης αυτούς τους κλάδους επιλέγουμε. Σ’ αυτούς τους κλάδους έχουμε το βέλτιστο συγκριτικό πλεονέκτημα και μπορούν να αναχθούν σε ηγετικούς κλάδους για την οικονομική μας ανάσταση.

Είναι, λοιπόν, αναγκαία η επανατοποθέτηση του ειδικού ελληνικού προβλήματος, στο επίπεδο των δεκαοκτώ χωρών της ευρωζώνης, που θα αναγνωρίζει τα ιδιαίτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης και θα αποδέχεται ένα διαφορετικό καθεστώς από αυτό που προβλέπεται από τα Μνημόνια και τις Δανειακές Συμβάσεις. Η διαπραγμάτευση που θα γίνει δεν μπορεί παρά να έχει εθνικό χαρακτήρα, γιατί αναφέρεται στην ίδια την επιβίωση του έθνους και του λαού μας. Δεν πρόκειται για επιδίωξη συντεχνιακών συμφερόντων, ούτε για προστασία μεμονωμένων κλάδων. Αφορά το ίδιο το Έθνος. Το διακύβευμα είναι να μην μετατραπεί η χώρα μας σε νεοαποικία και φτωχό περιφερειακό δορυφόρο μιας μητρόπολης που δεν είναι μόνον στις Βρυξέλλες, το Παρίσι και τη Φρανκφούρτη, αλλά και στην Ουάσιγκτον. Σ’ αυτή την εθνική διαπραγμάτευση, όπλο μας είναι το έλλειμμα στη Συνθήκη του Μάαστριχτ για το ευρώ αναφορικά με τις πολιτικές που πρέπει να εφαρμόζονται στην περίπτωση εκτροχιασμού, όχι των νομισματικών στόχων, αλλά των ποιοτικών πολιτικών όπως η καταπολέμηση της ανεργίας, η ανάπτυξη της οικονομίας κατά τον υφεσιακό κύκλο, η κοινωνική πολιτική, το κράτος πρόνοιας. Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές πώς μια χώρα όπως η Ελλάδα, που ζει συνθήκες έντονου υφεσιακού κύκλου στην οικονομία της, με την ανεργία να φθάνει στο 30% του εργατικού δυναμικού της και την υποαπασχόληση να δημιουργεί απαράδεκτες κοινωνικές καταστάσεις, μπορεί να περάσει εύκολα σε μόνιμους ρυθμούς ανάπτυξης, να δώσει λύσεις στα έντονα κοινωνικά προβλήματα. Δεν υπάρχει «άνετη» εφαρμογή πολιτικών εξόδου από την κρίση και τον υφεσιακό κύκλο. Και η προβληματικότητα αυτή επιτείνεται ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι στις διατάξεις της Συνθήκης Ευρώ, προβλέπεται ότι το υπάρχον χρέος και η ανάληψη νέου χρέους ανήκουν στην εθνική πολιτική. Εννοείται, βέβαια, ότι και τα μέτρα υπέρβασης της κρίσης είναι αποκλειστικά εθνικά. Γι’ αυτό σε κάθε ανακοίνωση Συνόδου Κορυφής περί του προγράμματος για την Ελλάδα, τόνιζαν με θρησκευτική προτεσταντική ευλάβεια ότι «το πρόγραμμα είναι ελληνικής ιδιοκτησίας».

Η υπέρβαση του μείζονος αυτού προβλήματος των ενωσιακών Συνθηκών τοποθετείται πρώτο στην agenda μιας συνεχούς Εθνικής Διαπραγμάτευσης, στην πορεία προς αποκατάσταση των δημοσίων οικονομικών της χώρας και άμεση σύνδεση μέτρων προσαρμογής με την ανάπτυξη της οικονομίας μας. Απαιτείται, νέα οικονομική πολιτική (ΝΟΠ), διότι οι συντηρητικές κυβερνήσεις της Ευρώπης, η Τρόικα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ΟΟΣΑ, αποτελούν το άλλοθι για να συνεχίζεται η αντιφατική, αναποτελεσματική, μυωπική πολιτική λιτότητας, στο όνομα δήθεν της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Μία καθαρά εισπρακτική πολιτική που ρίχνει το κόστος προσαρμογής στους εργαζομένους, στους ανέργους, στους μισθωτούς, στους μικρομεσαίους, στους αγρότες, στους συνταξιούχους. Είναι προφανές ότι η πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης αλληλοτροφοδοτεί την ύφεση με την ανεργία και την σε απόλυτους και σχετικούς όρους αύξηση του χρέους. Η πολιτική αυτή είναι όχι μόνο αντικοινωνική, αλλά και αντιαναπτυξιακή. Απάντηση είναι η εναλλακτική στρατηγική της ανασυγκρότησης της οικονομίας και των επιχειρήσεων που αλληλοτροφοδοτεί την ανάπτυξη με την απασχόληση και την αποκλιμάκωση του χρέους.

 

  1. XI. Διδάγματα από το Ελληνικό Μνημόνιο 1982.

Κορυφαία εθνική διαπραγμάτευση για τη χώρα μας ήταν στις 19 Μαρτίου 1982, όταν η τότε ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε στον πρόεδρο του Συμβουλίου Υπουργών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ένα «Μνημόνιο» που περιελάμβανε τις ελληνικές θέσεις για ειδικές ρυθμίσεις στις σχέσεις Ελλάδας – ΕΟΚ. Στη σύνοδό του, στις 29-30 Μαρτίου 1982, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κορυφής παρέπεμψε το κείμενο του Μνημονίου για μελέτη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η απλή αυτή διαδικασία ήταν και η έναρξη μιας σειράς διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και την τότε ΕΟΚ που κατέληξε στην ένταξη των «εθνικών μας ιδιαιτεροτήτων» στα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα.

Κεντρική θέση του ελληνικού Μνημονίου: «Η ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η αναγνώριση από μέρους της Κοινότητας της ανάγκης αντιμετώπισης των ειδικών ελληνικών προβλημάτων, σε συνδυασμό με τις προόδους για μια γενικότερη αναμόρφωση των κοινοτικών πολιτικών, αποτελούν τα ελάχιστα δυνατά βήματα για τη δημιουργία καθεστώτος ένταξης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες που να μη βρίσκεται σε αντίθεση με βασικά εθνικά συμφέροντα».

Η απάντηση της Κοινότητας στο ελληνικό μνημόνιο του 1982, κατ’ αρχήν θετική, στηριζόταν στη θέση ότι: «Η αρχή του ενιαίου Κοινοτικού Δικαίου δεν συνεπάγεται και την ταυτομορφία του. Πρέπει, λοιπόν, ν’ αντιμετωπιστεί σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, πράγμα που έχει ουσιαστική διαφορά. Βέβαια, δεν μπορεί να ληφθεί κανένα μέτρο που είναι αντίθετο στους βασικούς κανόνες της Συνθήκης, ειδικότερα στις 4 ελευθερίες που είναι η βάση. Παρομοίως δεν είναι δυνατό να υπαναχωρήσουμε ως προς ένα κεκτημένο επίπεδο ελευθέρωσης και ενοποίησης. Οι λύσεις που αναζητούνται πρέπει να λάβουν υπόψη τις κοινοτικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών επί του προϋπολογισμού. Εξάλλου, από μόνο του το γεγονός της συζήτησης ενεργειών που δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτές τις απαιτήσεις, θα οδηγούσε τις ενέργειες σε αποτυχία και θα γινόταν πηγή περιπλοκής και δυσκολιών. Οι παρεμβάσεις της Κοινότητας μέσω του προϋπολογισμού της πρέπει να θεωρούνται περισσότερο ως υποστήριξη των πολιτικών και όχι ως αυτοσκοπός. Συνεπώς, η γενική τακτική της Κοινότητας θα είναι να προτείνει ενέργειες μέσω του προϋπολογισμού, μόνο εφ’ όσον υποστηρίζουν μια κοινοτική πολιτική. Με δεδομένο αυτό, η ιδιαιτερότητα της κατάστασης της Ελλάδας θα δικαιολογήσει ίσως και μια ιδιαίτερη μεταχείριση υπέρ αυτής». Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόνιζε με πλήρη σαφήνεια ότι: «Τα ελληνικά αιτήματα πρέπει να ικανοποιηθούν στα πλαίσια των ισχυόντων κοινοτικών κανονισμών», ενώ έκρινε ότι «δεν είναι δυνατό να γίνουν γενικές παρεκκλίσεις από τους κανόνες ανταγωνισμού, όπως θα επιθυμούσε η Ελλάδα».

Στο πλαίσιο αυτό ο συμβιβασμός ήταν η τελική επιλογή και εκφραζόταν με τη θέση ότι: «Η ελληνική Κυβέρνηση είναι έτοιμη να εξετάσει με την Κοινότητα τη δυνατότητα εξεύρεσης αυτών των ειδικών ρυθμίσεων που θα συμβιβάζονται με το οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα της χώρας και θα συμβάλλουν στην πραγμάτωση των αναπτυξιακών στόχων της». Αυτό τον συμβιβασμό επεδίωξε από την αρχή της όλης διαδικασίας εξέτασης του ελληνικού μνημονίου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όπως συνοψιζόταν στην ακόλουθη απάντησή της: «Η Κοινότητα μπορεί να συνεισφέρει στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και στην επίλυση των ειδικών προβλημάτων αυτής της χώρας, μέσω της εφαρμογής της πολιτικής της και όχι κατά παρέκκλιση από τη Συνθήκη. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών αιτημάτων βρίσκονται μέσα στα πλαίσια της κανονικής διαδικασίας αποφάσεων της Κοινότητας. Το Πρωτόκολλο υπ’ αριθμ. 7, προσαρτημένο στην Πράξη Προσχώρησης, περικλείει την αρχή ότι οι θεσμοί πρέπει να κάνουν το μάξιμουμ στα πλαίσια των υπαρχόντων οργάνων, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση της Ελλάδας. Η Κοινότητα έχει τα μέσα για να λάβει υπόψη της την ιδιαιτερότητα μιας τέτοιας κατάστασης».

 

XII. Εθνική διαπραγμάτευση στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.).

Μείζον αίτημα της χώρας είναι να υπάρξει Εθνική Διαπραγμάτευση με στόχους την αλλαγή των όρων των μνημονίων, των εφαρμοστικών πολιτικών και των δανειακών συμβάσεων. Αιτήματα που πρέπει να προβληθούν είναι η βιωσιμότητα της ελληνικής κοινωνίας, του δημοσίου χρέους. Επαγόμενα, η μείωση επιτοκίου των δανείων των επίσημων πιστωτών, η παράταση στη διάρκεια αποπληρωμής, ύπαρξη περιόδου χάριτος σε τόκους και χρεολύσια, διαγραφή κεφαλαίου του χρέους.

Πυλώνες στο αίτημα για εθνική διαπραγμάτευση είναι:

  • Το άρθρο 122 της Συνθήκης, στο οποίο προβλέπεται: «Όταν ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε φυσικές καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, το Συμβούλιο, προτάσσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να του χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους, χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης».
  • Το πρωτόκολλο υπ’ αριθμ. 7 που είναι προσαρτημένο στην Πράξη Προσχώρησης της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και περιλαμβάνει την αρχή ότι οι κοινοτικοί θεσμοί πρέπει να κάνουν το μέγιστο στα πλαίσια των υπαρχόντων οργάνων, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση της Ελλάδας, δημιουργεί ισχυρό έρεισμα διαπραγμάτευσης. Σ’ αυτό αναγνωρίζεται ότι: «Οι βασικοί στόχοι της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας συνεπάγονται τη συνεχή βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως και απασχολήσεως των λαών των κρατών μελών, καθώς και την αρμονική ανάπτυξη των οικονομιών τους, μειώνοντας τη διαφορά μεταξύ των διαφόρων περιοχών και την καθυστέρηση των λιγότερο ευνοημένων».
  • Το άρθρο 152 ΣΛΕΕ και το άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στηρίζουν σημαντικά το αίτημα διαπραγμάτευσης.
  • Μία ακόμη παράμετρος ισχυρής διαπραγμάτευσης είναι το άρθρο 9 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), στο οποίο ορίζεται ότι η Ένωση, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των δράσεών της, πρέπει να συνεκτιμά τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προαγωγή ενός υψηλού επιπέδου απασχόλησης, τη διασφάλιση της κατάλληλης κοινωνικής προστασίας, την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, και ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, κατάρτισης και προστασίας της ανθρώπινης υγείας.

Αδιαμφισβήτητα το κοινοτικό κεκτημένο της Ε.Ε. αναγνωρίζει ότι η Κοινότητα μπορεί να συνεισφέρει στην ανάπτυξη της ελληνική οικονομίας και στην επίλυση των ειδικών προβλημάτων της χώρας μας, μέσω εφαρμογής της πολιτικής της και όχι κατά παρέκκλιση από τι Συνθήκες. Η Κοινότητα έχει αποδείξει ότι μπορεί να λάβει υπόψη της και να στηρίξει την ελληνική κρίση χρέους στο πλαίσιο, όμως, της θεώρησης ότι η αρχή του ενιαίου του Κοινοτικού Δικαίου δεν συνεπάγεται και την ταυτομορφία του και ότι δεν μπορεί να ληφθεί κανένα μέτρο που να είναι αντίθετο στους βασικούς κανόνες των Συνθηκών. Οι αναζητούμενες λύσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ενωσιακές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών επί του προϋπολογισμού.

Στο πλαίσιο αυτό η διαπραγμάτευση πρέπει να είναι απόλυτα ορισμένη, ξεκάθαρη και εντός των ενωσιακών δικαιϊκών κανόνων. Η λειτουργία, η εξέλιξη και η ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασίζονται σε μία διαρκή διαδικασία διαπραγματεύσεων, που αν δεν δίνουν πάντοτε γρήγορες και θεαματικές λύσεις αποτελούν πάντως τη μόνη πρακτική οδό για την ολοκλήρωση και την πραγμάτωσή της, έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι επιδιώξεις των λαών όλων των μετεχουσών χωρών κατά τρόπο ισόρροπο και να εξασφαλίζεται η σταθερότητα και βιωσιμότητα του οικοδομήματος. Εδώ οι διαπραγματεύσεις δεν μπορεί να είναι γενικές, νεφελώδεις. Αντίθετα, πρέπει να εκκινούν από τη βάση της κοινωνικής δικαιοσύνης, να έχουν κριτήρια αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου της χώρας υπέρ των μη προνομιούχων, να είναι πρακτικά εφαρμόσιμες, βασισμένες πάντοτε σε τεκμηριωμένα στοιχεία, συγκεκριμένα κριτήρια εφαρμοσμένης πολιτικής, για τα οποία να έχει προηγηθεί αξιολόγηση.

Για να βαδίσουμε στον Ελληνικό Οδικό Χάρτη (EOX) απαιτείται συνεχής Εθνική Διαπραγμάτευση (EΔ) στην πορεία προς την αποκατάσταση των δημοσίων οικονομικών της χώρας και άμεση σύνδεση με την ανάπτυξη της οικονομίας μας. Και όλοι συμφωνούν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο σταυροδρόμι με δυο μόνον εναλλακτικές επιλογές: μέσα ή έξω από την Ευρωζώνη. Έτσι, φαντάζει μονόδρομος η επιλογή να μείνουμε εντός ευρωζώνης, έχοντας όμως καταρτίσει έναν Ελληνικό Οδικό Χάρτη (ΕΟΧ), μέχρι τουλάχιστον το 2022, και όχι να υποταχθούμε σε μονομερείς νομικές πράξεις και πολιτικές που έχουν καταρτιστεί από τους Ευρωπαίους εταίρους μας και το ΔΝΤ υπό την απειλή της μη χρηματοδοτικής και δημοσιονομικής στήριξης της χώρας μας, παρά τη ρητή δέσμευση που πηγάζει εκ των ενωσιακών Συνθηκών για έκφραση της αρχής κοινοτικής αλληλεγγύης.

 

XIII. Διεθνής θέση της χώρας.

Διανύουμε την δυσκολότερη ίσως εποχή στην ιστορία του Ελληνισμού, καθώς απέναντί μας δεν βρίσκονται όπλα αλλά δάνεια, τραπεζίτες και οίκοι αξιολόγησης. Χρειάζεται ομοψυχία, παραγκωνισμός των όποιων ιδεοληψιών, οι οποίες παρεμποδίζουν την ελεύθερη και δημιουργική σκέψη στο να σχεδιάσει και να οργανώσει το παρόν επενδύοντας στο μέλλον. Η χώρα μας ευρίσκεται σε μία αξιοζήλευτη και επίκαιρη γεωγραφική θέση, με πανανθρώπινες, διαχρονικές αξίες. Οι καιροί απαιτούν ολική ενεργοποίηση των ελληνικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων, αφού πρώτα αναγνωσθούν προσεκτικά οι όποιες  ευνοϊκές ή αντίξοες για την πατρίδα συγκυρίες.

Η απουσία ισχυρής ηγεσίας και σοβαρών προτύπων φαίνεται ότι οδηγεί την κοινωνία σε αδιέξοδο, καθώς στον ορίζοντα δεν διαφαίνεται δραστική λύση. Οι σημερινοί ιθύνοντες και οι σύμβουλοί τους έχουν ταυτίσει την μοίρα της Ελλάδας με την πορεία των χωρών του λεγόμενου δυτικού κόσμου. Ωστόσο, ο ορίζοντας των Ελλήνων υπήρξε ανέκαθεν οικουμενικός. Απόδειξη σήμερα αποτελεί η ομογένεια και η δραστηριοποίηση κάθε Έλληνα και Ελληνίδας σε κάθε γωνιά της γης.

Η ιδιάζουσα γεωγραφική θέση της Ελλάδας και ο οικουμενικός χαρακτήρας του Ελληνισμού μας καθιστά Ευρωπαίους, χωρίς να είμαστε Δυτικοί. Μέρος των Βαλκανίων, χωρίς να είμαστε Σλάβοι. Μέρος της Ανατολής χωρίς να είμαστε Σημίτες, Άραβες ή Τούρκοι. Μας καθιστά πολίτες του κόσμου με την ελληνική έννοια: Όπου γης πατρίς. Σ’ αυτό το πλαίσιο η εμμονή τοποθέτησης της χώρας στο δυτικό κόσμο δεν μπορεί να αξιοποιήσει στο μέγιστο τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, τον φυσικό πλούτο της Ελλάδος.

Η οικουμενικότητα του Ελληνισμού ήταν διαμέσου της πορείας των αιώνων, φάρος πολιτισμού, παιδείας, πανανθρώπινων ιδανικών και αξιών, ατομικών ελευθεριών.  Σ’ αυτό τον προσανατολισμό γεννήθηκε το ιδανικό της ελευθερίας. Η μονόπλευρη ταύτιση με την Δύση δεν μπορεί πλέον να στηρίξει την αναγκαιότητα χάραξης μιας νέας εξωτερικής πολιτικής, η οποία κρίνεται άκρως αναγκαία για μια νέα εθνική διαπραγμάτευση απέναντι στους δανειστές. Είναι συμφέρον και υποχρέωση, λοιπόν, της χώρας να ανήκει και στην Ανατολή και στην Δύση. Η οικουμενικότητα του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, μπορούν να είναι οι πυλώνες σταθερότητας στην χάραξη νέας στρατηγικής  της χώρας μας στην Ευρώπη αλλά και τον κόσμο.

Η ισχυροποίηση του ρόλου και του κύρους της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση επηρεάζει καθοριστικά την εξέλιξη τόσο της οικονομίας μας όσο και της διεθνούς μας θέσης. Στη διαδρομή μας πρέπει να έχουμε ως πυξίδα την ενεργό συμμετοχή μας στον ισχυρό πυρήνα και στις διεργασίες για την εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και πρέπει να αισθανόμαστε ισχυροί και περήφανοι για τον πολιτισμό μας, την ιστορία μας, τις εθνικές μας παραδόσεις. Πρέπει να αισθανόμαστε ισχυροί και υπερήφανοι για τη θρησκεία μας, το πιστεύω μας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της χώρας μας.

 

XIV. Ελπίδα και κάλεσμα.

Ελπίδα είναι η ενεργοποίηση των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της εθνικής διαπραγμάτευσης και του νέου κοινωνικού συμβολαίου. Στόχος να αποφευχθεί η εθνική κατάρρευση της χώρας, να αποκατασταθεί η εθνική μας κυριαρχία και να σταθούμε ως ισότιμοι εταίροι στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Απευθυνόμαστε σ’ ολόκληρη την κοινωνία. Στο πρωτοποριακό κομμάτι του λαού μας, το οποίο υπάρχει και αγωνιά. Είναι ο χώρος των σκεπτόμενων ανθρώπων, των διανοουμένων, των νέων επιστημόνων, εκείνων που δεν προσδοκούν σε προνομιακές σχέσεις ιδιοτέλειας. Είναι εκείνοι που έχουν ή θέλουν να αποκτήσουν υγιή οικονομική και επαγγελματική δραστηριότητα. Είναι οι εργαζόμενοι, οι μισθωτοί, οι αγρότες, τα ασθενέστερα σήμερα τμήματα του λαού μας που αναζητούν χειρολαβή ελπίδας και ασφάλειας. Είναι εκείνοι που διαθέτουν μορφωτικό, κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο και νιώθουν την ανάγκη της προσαρμογής της χώρας στη νέα εποχή και στις εξελίξεις του κόσμου. Τέλος, είναι όλοι εκείνοι που δεν θέλουν να εγκαταλειφθεί η χώρα στο έλεος των δημοκόπων και όσων έχουν συμφέρον να τη διατηρούν καθηλωμένη, θεσμικά και πολιτισμικά.

Το βέβαιο είναι πώς η συμμετοχή μας στις διαδικασίες της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης είναι πλέον λεόντειος και ετεροβαρής. Η χώρα μας βρίσκεται στο έσχατο σκαλοπάτι οικονομικής υποτέλειας και έχοντας ουσιαστικά απολέσει τμήμα εθνικής κυριαρχίας. Οι προϋποθέσεις που τίθενται πολύ σκληρές. Ικανοποιούν τη νοοτροπία και τα συμφέροντα των Βορείων. Όμως, η πρόκληση παραμένει η ίδια για την Ελλάδα και συνίσταται στο να μπορέσει να συμμετάσχει ισότιμα στην πορεία οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης της Κοινότητας, όπως διαμορφώνεται πλέον μετά τη συμφωνία του Μάαστριχτ. Η Ελλάδα αξίζει περισσότερο από τη μοίρα του ουραγού της Ευρώπης.

 

  1. XV. Εθνική ενότητα, νέα ηγεσία, επανάσταση στη σκέψη.

Τώρα χρέος και ευθύνη μας είναι να προχωρήσουμε όλοι μαζί με συναίνεση, ομοψυχία και αποφασιστικότητα για να οικοδομήσουμε ένα καλύτερο μέλλον. Είναι όρος βασικός για την επιτυχία της εθνικής διαπραγμάτευσης. Και σ’ αυτή την ενότητα χωρούν όλοι μέσα: οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις. Χρειάζεται ισχυρή κυβέρνηση, έστω και μέσα από κυβερνήσεις συνασπισμού. Μία κυβέρνηση εθνικής αναγέννησης.

Πρέπει να γίνει συνείδηση σε όλους ότι η επίλυση του προβλήματος της χώρας μας θα είναι επώδυνη και θα απαιτήσει θυσίες από όλους. Θυσίες, όμως, όχι εξ επιβολής της πλουτοκρατικής και κατεστημένης κυρίαρχης τάξης πάνω στις μη προνομιούχες κοινωνικές τάξεις της χώρας μας. Αλλά θυσίες πάνω στη βάση της προοδευτικής επιβάρυνσης, με τις κυρίαρχες τάξεις να πληρώνουν το μέγιστο του τιμήματος της κρίσης. Απαιτούνται, ακόμη, μακροχρόνιες προσπάθειες και πραγματική εθνική διαπραγμάτευση εντός της ευρωζώνης. Οι συμφωνίες και συμβάσεις πρέπει να είναι εθνικές και να διέπονται από τους Ελληνικούς νόμους και το Σύνταγμα.

Έχουμε ανάγκη για μια ηγεσία που να μας αντιπροσωπεύει με τιμή και περηφάνια, όχι με a priori διάθεση συμβιβασμού των πραγμάτων. Που να μην τρομάζει μπροστά στην ευθύνη, να ανταποκρίνεται γνήσια στις προσδοκίες, που να αρνείται τον συμβιβασμό και την συναλλαγή, να υπολογίζει τον άνθρωπο.

Σήμερα, μέσα στο βάθος της κρίσης χρειάζεται να σπάσουν οι αλυσίδες που μας δημιούργησαν μια νοοτροπία εξάρτησης. Όχι επαιτώντας, αλλά με πίστη στις δικές μας δυνατότητες και στις δικές μας ικανότητες, ατομικές όσο και συλλογικές.

Για την έξοδο από την κρίση χρειαζόμαστε πρώτιστα νέες αντιλήψεις για να κατανοήσουμε τη σημερινή πραγματικότητα. Το όλο ζήτημα του τι να κάνουμε με το χρέος, τα δημοσιονομικά αδιέξοδα, την πιστωτική ασφυξία, το πέταγμα έξω από την οικονομική ύφεση και στασιμότητα, τον τραπεζικό τομέα, το κρατικό-χρηματοπιστωτικό σύμπλεγμα και την ισχύ των δικαιωμάτων της ατομικής ιδιοκτησίας, δεν μπορεί να προσεγγιστεί χωρίς να εξέλθουμε από τα στενά πλαίσια της συμβατικής σκέψης. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται μια επανάσταση στη σκέψη, στα πανεπιστήμια, τα μέσα ενημέρωσης και την κυβέρνηση, καθώς και μέσα στα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Γιατί αποτελεί τραγική αντίφαση να ζητάς από τις ίδιες τις τράπεζες, το ίδιο πολιτικό προσωπικό, που προκάλεσαν την κρίση, να συμμαζέψουν το χάος με τα ίδια ακριβώς εργαλεία που χρησιμοποίησαν για να το προκαλέσουν.